Meaning of καταλύω | Babel Free
/kataˈlio/Ορισμοί
-
διαλύω, καταστρέφω, παραλύω, καταργώ transitive
- σταματάω την νηστεία τρώγοντας τροφές αρτυμένες
- κοινωνώ την υπόλοιπη Θεία Κοινωνία που έχει απομείνει στο δισκοπότηρο (για ιερέα)
-
((αμετάβατο), μόνο στην ενεργητική φωνή) formal
-
διαμένω σε κατάλυμα, σε χώρο προσωρινής διαμονής formal
- δρω ως καταλύτης
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: καταλώ, κατελώ”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.