HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καταλύω — definition

Conjugation of καταλύω

Regular CEFR B1
kataˈlio

κοινωνώ την υπόλοιπη Θεία Κοινωνία που έχει απομείνει στο δισκοπότηρο (για ιερέα) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καταλύω
εσύ καταλύεις
αυτός / αυτή / αυτό καταλύει
εμείς καταλύουμε
εσείς καταλύετε
αυτοί / αυτές / αυτά καταλύουν
Παρατατικός
εγώ κατέλυα
εσύ κατέλυες
αυτός / αυτή / αυτό κατέλυε
εμείς καταλύαμε
εσείς καταλύατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατέλυαν
Αόριστος
εγώ κατέλυσα
εσύ κατέλυσες
αυτός / αυτή / αυτό κατέλυσε
εμείς καταλύσαμε
εσείς καταλύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατέλυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταλύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καταλύσω
εσύ καταλύσεις
αυτός / αυτή / αυτό καταλύσει
εμείς καταλύσουμε
εσείς καταλύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καταλύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κατάλυε
εσείς καταλύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κατάλυσε
εσείς καταλύστε
Απαρέμφατο αορίστου
καταλύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καταλύομαι
εσύ καταλύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό καταλύεται
εμείς καταλυόμαστε
εσείς καταλύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά καταλύονται
Παρατατικός
εγώ καταλυόμουν
εσύ καταλυόσουν
αυτός / αυτή / αυτό καταλυόταν
εμείς καταλυόμασταν
εσείς καταλυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά καταλύονταν
Αόριστος
εγώ καταλύθηκα
εσύ καταλύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό καταλύθηκε
εμείς καταλυθήκαμε
εσείς καταλυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά καταλύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταλυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καταλυθώ
εσύ καταλυθείς
αυτός / αυτή / αυτό καταλυθεί
εμείς καταλυθούμε
εσείς καταλυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καταλυθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καταλύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καταλύσου
εσείς καταλυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
καταλυθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary