Conjugation of καταλύω
kataˈlioκοινωνώ την υπόλοιπη Θεία Κοινωνία που έχει απομείνει στο δισκοπότηρο (για ιερέα) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καταλύω |
| εσύ | καταλύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταλύει |
| εμείς | καταλύουμε |
| εσείς | καταλύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταλύουν |
Παρατατικός
| εγώ | κατέλυα |
| εσύ | κατέλυες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατέλυε |
| εμείς | καταλύαμε |
| εσείς | καταλύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατέλυαν |
Αόριστος
| εγώ | κατέλυσα |
| εσύ | κατέλυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατέλυσε |
| εμείς | καταλύσαμε |
| εσείς | καταλύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατέλυσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καταλύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καταλύσω |
| εσύ | καταλύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταλύσει |
| εμείς | καταλύσουμε |
| εσείς | καταλύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταλύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κατάλυε |
| εσείς | καταλύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατάλυσε |
| εσείς | καταλύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καταλύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καταλύομαι |
| εσύ | καταλύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταλύεται |
| εμείς | καταλυόμαστε |
| εσείς | καταλύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταλύονται |
Παρατατικός
| εγώ | καταλυόμουν |
| εσύ | καταλυόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταλυόταν |
| εμείς | καταλυόμασταν |
| εσείς | καταλυόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταλύονταν |
Αόριστος
| εγώ | καταλύθηκα |
| εσύ | καταλύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταλύθηκε |
| εμείς | καταλυθήκαμε |
| εσείς | καταλυθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταλύθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καταλυθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καταλυθώ |
| εσύ | καταλυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταλυθεί |
| εμείς | καταλυθούμε |
| εσείς | καταλυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταλυθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καταλύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καταλύσου |
| εσείς | καταλυθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καταλυθεί |