HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καρότο | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/kaˈɾo.to/

Ορισμοί

  1. εδώδιμη ρίζα με χαρακτηριστικό χρώμα και άρωμα
  2. κυλινδρικό τμήμα εδάφους, ασφάλτου ή παγετώνα που λαμβάνεται, με ειδικό μηχάνημα, σαν δείγμα, για να εξεταστεί η σύστασή του
  3. κάτι που δίνουμε, για να προκαλέσουμε το ενδιαφέρον του άλλου, ώστε να ασχοληθεί με ένα θέμα
    figuratively

Ισοδύναμα

English Carrot

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καρότο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course