HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

καρότο

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
kaˈɾo.to

Ορισμοί

  1. εδώδιμη ρίζα με χαρακτηριστικό χρώμα και άρωμα
  2. κυλινδρικό τμήμα εδάφους, ασφάλτου ή παγετώνα που λαμβάνεται, με ειδικό μηχάνημα, σαν δείγμα, για να εξεταστεί η σύστασή του
  3. κάτι που δίνουμε, για να προκαλέσουμε το ενδιαφέρον του άλλου, ώστε να ασχοληθεί με ένα θέμα
    figuratively

Ισοδύναμα

EnglishCarrot
Españolzanahoria
Françaiscarotte
44 more languages
Afrikaanswortel
Azərbaycan dilikök
Българскиморков
বাংলাগাজর
Catalàpastanaga
Češtinamrkev
Danskgulerod
Ελληνικάδαυκί
Esperantokaroto
Eestiporgand
Galegocenoria
עבריתגזר
Hrvatskimrkva
Bahasa Indonesiawortel
Íslenskagulrót
Italianocarota
日本語
Kurdîgêzer
Latinacarota
Lietuviųmorka
Malagasykaraoty
Монголлууваншар
मराठीगाजर
Bahasa Melayulobakmerah
Nederlandspeenwortel
Portuguêscenoura
Românămorcov
Svenskamorot
Tagalogkarot
Українськаморкваморквяний
اردوگاجر
Tiếng Việtcà rốt
Wolofkaroot
Yorùbákarọọti
繁體中文胡蘿蔔

Παραδείγματα

“Το καρότο είναι πλούσιο σε βιταμίνη Α.”

The carrot is rich in vitamin A.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καρότο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free