Meaning of καρότο | Babel Free
/kaˈɾo.to/Ορισμοί
- εδώδιμη ρίζα με χαρακτηριστικό χρώμα και άρωμα
- κυλινδρικό τμήμα εδάφους, ασφάλτου ή παγετώνα που λαμβάνεται, με ειδικό μηχάνημα, σαν δείγμα, για να εξεταστεί η σύστασή του
-
κάτι που δίνουμε, για να προκαλέσουμε το ενδιαφέρον του άλλου, ώστε να ασχοληθεί με ένα θέμα figuratively
Ισοδύναμα
English
Carrot
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.