Meaning of καρακάξα | Babel Free
/ka.ɾaˈka.ksa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- πουλί του είδους Pica pica της οικογένειας των Κορακιδών, με άσχημη φωνή αλλά εξαιρετική ευφυία. Της αρέσει να συλλέγει λαμπερά αντικείμενα
-
χαρακτηρισμός άσχημης και κουτσομπόλας γυναίκας offensive
Ισοδύναμα
English
Magpie
Παραδείγματα
“είναι μια γριά καρακάξα αυτή, αν σε πιάσει στο στόμα της χάθηκες!”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.