HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κανάγιας | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. παλιάνθρωπος, κάθαρμα
    offensive

Παραδείγματα

“※ Έπρεπε να σκύψω, να σκύψω, να σκύψω. Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. Έτσι βολικά κουλουριασμένος, να κυλώ και να φθάσω. / Κανάγιες! / Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαρας μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει. (Κώστας Καρυωτάκης, «Κάθαρσις»)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κανάγιας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course