Meaning of καμήλα | Babel Free
/kaˈmi.la/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- μηρυκαστικό θηλαστικό της ερήμου, με μία ή δύο καμπούρες
Ισοδύναμα
English
Camel
Παραδείγματα
“※ Αν έβγαινες στο δρόμο, μύριζε από τη ζέστη το κόπρανο της καμήλας και του μουλαριού. Την άνοιξη, αφήνει σπόρο η κοπριά αυτή και βγαίνουν κάτι τεράστια βλαστάρια, να γεμίσει πρασινάδα παντού, σα να θέλει με τη φρεσκάδα της να κρύψει τη δυσωδία των τούρκικων μαχαλάδων. (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
“※ Η περιοχή γύρω από τον τόπο λατρείας είναι γεμάτη ακαθαρσίες καμήλας και χνάρια από σκηνές που ξεστήθηκαν. Δίπλα στο ιερό δέντρο, ο Μπρούνο ανακαλύπτει ένα πηγάδι που δεν έχει μαργέλι και μια υποτυπώδη ποτίστρα. Πλενόμαστε απʼ την κορφή ως τα νύχια και πλένουμε και τα ρούχα μας, τα οποία απλώνουμε να στεγνώσουν πάνω στις καυτές πέτρες.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.