HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του καμήλα | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
kaˈmi.la

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. μηρυκαστικό θηλαστικό της ερήμου, με μία ή δύο καμπούρες

Ισοδύναμα

Български камила
Bosanski devin
Català camell
Dansk kamel
Deutsch Kamel
English camel Camel
Esperanto kamelo
Español camello camello
Eesti kaamel
Euskara gamelu
فارسی شتر
Suomi kameli
Français camel camel chameau dromadaire
Gaeilge camall
Galego camelo
Hrvatski deva devin
Magyar teve teve tévé
Italiano cammello
Latina camela camelus
Lietuvių kupranugaris
Македонски камила
Nederlands kameel kemel
Português camelo
Română cămilă
Русский бура верблюд
Српски devin камила
Svenska kamel
Türkçe deva deve hecin
中文 駱駝
ZH-TW 駱駝

Παραδείγματα

“※ Αν έβγαινες στο δρόμο, μύριζε από τη ζέστη το κόπρανο της καμήλας και του μουλαριού. Την άνοιξη, αφήνει σπόρο η κοπριά αυτή και βγαίνουν κάτι τεράστια βλαστάρια, να γεμίσει πρασινάδα παντού, σα να θέλει με τη φρεσκάδα της να κρύψει τη δυσωδία των τούρκικων μαχαλάδων. (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
“※ Η περιοχή γύρω από τον τόπο λατρείας είναι γεμάτη ακαθαρσίες καμήλας και χνάρια από σκηνές που ξεστήθηκαν. Δίπλα στο ιερό δέντρο, ο Μπρούνο ανακαλύπτει ένα πηγάδι που δεν έχει μαργέλι και μια υποτυπώδη ποτίστρα. Πλενόμαστε απʼ την κορφή ως τα νύχια και πλένουμε και τα ρούχα μας, τα οποία απλώνουμε να στεγνώσουν πάνω στις καυτές πέτρες.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καμήλα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free