HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

καμήλα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
kaˈmi.la

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. μηρυκαστικό θηλαστικό της ερήμου, με μία ή δύο καμπούρες

Ισοδύναμα

EnglishCamel
Españolcamello
31 more languages
Българскикамила
Bosanskidevin
Catalàcamell
Danskkamel
DeutschKamel
Esperantokamelo
Eestikaamel
Euskaragamelu
فارسیشتر
Suomikameli
Gaeilgecamall
Galegocamelo
Hrvatskidevadevin
Italianocammello
Lietuviųkupranugaris
Македонскикамила
Nederlandskameelkemel
Portuguêscamelo
Românăcămilă
Српскиdevinкамила
Svenskakamel
中文駱駝
繁體中文駱駝

Παραδείγματα

“※ Αν έβγαινες στο δρόμο, μύριζε από τη ζέστη το κόπρανο της καμήλας και του μουλαριού. Την άνοιξη, αφήνει σπόρο η κοπριά αυτή και βγαίνουν κάτι τεράστια βλαστάρια, να γεμίσει πρασινάδα παντού, σα να θέλει με τη φρεσκάδα της να κρύψει τη δυσωδία των τούρκικων μαχαλάδων. (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
“※ Η περιοχή γύρω από τον τόπο λατρείας είναι γεμάτη ακαθαρσίες καμήλας και χνάρια από σκηνές που ξεστήθηκαν. Δίπλα στο ιερό δέντρο, ο Μπρούνο ανακαλύπτει ένα πηγάδι που δεν έχει μαργέλι και μια υποτυπώδη ποτίστρα. Πλενόμαστε απʼ την κορφή ως τα νύχια και πλένουμε και τα ρούχα μας, τα οποία απλώνουμε να στεγνώσουν πάνω στις καυτές πέτρες.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καμήλα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free