καθρεφτίζω
Ορισμοί
- λειτουργώ ως καθρέφτης και σχηματίζω το είδωλο ενός αντικειμένου
-
φανερώνω με τρόπο διαυγή τα χαρακτηριστικά ενός ατόμου, συνόλου, κοινωνίας κλπ figuratively
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of καθρεφτίζω.
Ισοδύναμα
13 more languages
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free