Conjugation of καθρεφτίζω
ka.θɾeˈfti.zoφανερώνω με τρόπο διαυγή τα χαρακτηριστικά ενός ατόμου, συνόλου, κοινωνίας κλπ Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καθρεφτίζω |
| εσύ | καθρεφτίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθρεφτίζει |
| εμείς | καθρεφτίζουμε |
| εσείς | καθρεφτίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθρεφτίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | καθρέφτιζα |
| εσύ | καθρέφτιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθρέφτιζε |
| εμείς | καθρεφτίζαμε |
| εσείς | καθρεφτίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθρέφτιζαν |
Αόριστος
| εγώ | καθρέφτισα |
| εσύ | καθρέφτισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθρέφτισε |
| εμείς | καθρεφτίσαμε |
| εσείς | καθρεφτίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθρέφτισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καθρεφτίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καθρεφτίσω |
| εσύ | καθρεφτίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθρεφτίσει |
| εμείς | καθρεφτίσουμε |
| εσείς | καθρεφτίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθρεφτίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | καθρέφτιζε |
| εσείς | καθρεφτίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καθρέφτισε |
| εσείς | καθρεφτίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καθρεφτίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καθρεφτίζομαι |
| εσύ | καθρεφτίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθρεφτίζεται |
| εμείς | καθρεφτιζόμαστε |
| εσείς | καθρεφτίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθρεφτίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | καθρεφτιζόμουν |
| εσύ | καθρεφτιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθρεφτιζόταν |
| εμείς | καθρεφτιζόμασταν |
| εσείς | καθρεφτιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθρεφτίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | καθρεφτίστηκα |
| εσύ | καθρεφτίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθρεφτίστηκε |
| εμείς | καθρεφτιστήκαμε |
| εσείς | καθρεφτιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθρεφτίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καθρεφτιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καθρεφτιστώ |
| εσύ | καθρεφτιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθρεφτιστεί |
| εμείς | καθρεφτιστούμε |
| εσείς | καθρεφτιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθρεφτιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καθρεφτίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καθρεφτίσου |
| εσείς | καθρεφτιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καθρεφτιστεί |