Meaning of καθρεφτίσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθρεφτίζω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζω
- θα καθρεφτίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καθρεφτίζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.