Meaning of καθιστώ | Babel Free
/ka.θiˈsto/Ορισμοί
κάνω κάτι ή κάποιον να έχει μια ιδιότητα
Παραδείγματα
“καθιστώ (κάποιον) υπεύθυνο (για κάτι)”
to make (someone) responsible (for something)
“καθιστώ (κάποιον) κληρονόμο μου”
to appoint (someone) as one's heir
“Με τη διαθήκη του καθιστά κληρονόμους του τα παιδιά της αδερφής του”
“Πρέπει να του το καταστήσουμε σαφές το ότι δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια”
“Την κατέστησε έγκυο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.