HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καθιστώ — definition

Conjugation of καθιστώ

Regular CEFR B1
ka.θiˈsto

κάνω κάτι ή κάποιον να έχει μια ιδιότητα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καθιστώ
εσύ καθιστάς
αυτός / αυτή / αυτό καθιστά
εμείς καθιστούμε
εσείς καθιστάτε
αυτοί / αυτές / αυτά καθιστούν[ε]
Παρατατικός
εγώ καθιστούσα
εσύ καθιστούσες
αυτός / αυτή / αυτό καθιστούσε
εμείς καθιστούσαμε
εσείς καθιστούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καθιστούσαν[ε]
Αόριστος
εγώ κατέστησα
εσύ κατέστησες
αυτός / αυτή / αυτό κατέστησε
εμείς καταστήσαμε
εσείς καταστήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατέστησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταστήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καταστήσω
εσύ καταστήσεις
αυτός / αυτή / αυτό καταστήσει
εμείς καταστήσουμε
εσείς καταστήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καταστήσουν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καθιστάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κατάστησε
εσείς καταστήστε
Απαρέμφατο αορίστου
καταστήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καθίσταμαι
εσύ καθίστασαι
αυτός / αυτή / αυτό καθίσταται
αυτοί / αυτές / αυτά καθίστανται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό καθίστατο
αυτοί / αυτές / αυτά καθίσταντο
Αόριστος
εγώ [{κατέστην}]
εσύ [{κατέστης}]
εμείς [{κατέστημεν}]
εσείς [{κατέστητε}]
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καταστώ
εσύ καταστείς
αυτός / αυτή / αυτό καταστεί
εμείς καταστούμε
εσείς καταστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καταστούν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καθίστασθε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καταστήσου
εσείς καταστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
καταστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary