Meaning of καθαυτό | Babel Free
/ka.θaˈfto/Ορισμοί
προϋποθέτει, αποπνέει, επιτείνει, τονίζει ή αναδεικνύει τη γνησιότητα, καθαρότητα κ.λπ. των χαρακτηριστικών του προσδιορισμένου ονοματικού συνόλου
Παραδείγματα
“Το εν προκειμένω ζήτημα είναι καθαυτό πολιτικό. (είναι κυρίως πολιτικό)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.