καθαυτό
Ορισμοί
προϋποθέτει, αποπνέει, επιτείνει, τονίζει ή αναδεικνύει τη γνησιότητα, καθαρότητα κ.λπ. των χαρακτηριστικών του προσδιορισμένου ονοματικού συνόλου
Παραδείγματα
“Το εν προκειμένω ζήτημα είναι καθαυτό πολιτικό. (είναι κυρίως πολιτικό)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free