Meaning of κέρβερος | Babel Free
/ˈceɾ.ve.ɾos/Ορισμοί
- ο άγριος σκύλος με τρία κεφάλια και ουρά δράκου, που φύλαγε τον Άδη
- ο άγρυπνος και άγριος επιτηρητής ενός τόπου
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Κέρβερου)
Παραδείγματα
“※ Τον καλό μας τον Κέρβερο ούτε στο μικρό του δαχτυλάκι δεν τον φτάνουν κάτι άλλοι Κέρβεροι, σύγχρονοι, κοστουμάτοι και αξιωματούχοι που ενώ δουλειά τους είναι η προστασία της κοινωνίας, καταλήγουν να φυλάνε τα ίδια τέρατα από τα οποία κινδυνεύουμε (Κέρβεροι που προστατεύουν τέρατα, arcadiaportal.gr, 2/12/2024 https://www.arcadiaportal.gr/news/kerveroi-poy-prostateyoyn-terata)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.