HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του κάρβουνο | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR C2 Standard
ˈkaɾ.vu.no

Ορισμοί

  1. υλικό από άνθρακα, το οποίο παράγεται με αργή και ατελή καύση οργανικών ουσιών (κυρίως το ξύλο) και χρησιμοποιείται ως καύσιμη ύλη
  2. το ξυλοκάρβουνο
    especially
  3. κάτι που έχει καεί ολότελα, που έχει απανθρακωθεί
    figuratively
  4. ειδική μορφή άνθρακα σε σχήμα κοντυλιού που χρησιμοποιείται για σχέδιο ζωγραφικής

Ισοδύναμα

Bosanski antracit
Català brasa
Čeština úhel uhelný uhlí uhlí
Cymraeg glo marworyn
Deutsch bekohlen Holzkohle Kohle kohle
English carbon Char Charcoal coal coal coal
Esperanto lignokarba
Français charbon charcoal fusain houille tisons
Gàidhlig gual
Galego caruncho
Hrvatski antracit
Magyar rajzszén szén
Íslenska kol
日本語 墨色 木炭 消し炭色 石炭
ქართული ნახშირისფერი
한국어 석탄
Latviešu ogle
Te Reo Māori konga
Македонски јаглен ќумур
Nederlands antraciet houtskool kolen kool steenkool
Português brasa carvão
Српски antracit
Svenska glöd kol
Tiếng Việt than than đá
中文 石炭
ZH-TW 石炭

Παραδείγματα

“※ Εἶχαν περάσει ἀπὸ παλιὰ καμίνια, ὅπου ἔφτιαναν ἄλλες χρονιὲς κάρβουνα οἱ καρβουνιάρηδες. Ἐκεῖ στάθηκαν λίγο καὶ τοὺς ἐξήγησε ὁ δασάρχης τὸν τρόπο ποὺ γίνονται τὰ κάρβουνα. (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, κεφ. Τα πεθαμένα δέντρα, 1918)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κάρβουνο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free