HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κάππαρη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1

Ορισμοί

  1. φυτό είδος θάμνου
  2. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Καππάρης
  3. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Καππάρης
    accusative, genitive, singular, vocative
  4. γαστρονομία ο καρπός αυτού του θάμνου που χρησιμοποιείται στη μαγειρική, συνήθως ως τουρσί

Ισοδύναμα

9 more languages
Ελληνικάκάπαρη
Suomitelmiä
Italianocappero
Kurdîçaper
Portuguêscabriolar

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κάππαρη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free