Meaning of κάππαρη | Babel Free
Ορισμοί
- φυτό είδος θάμνου
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Καππάρης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Καππάρης accusative, genitive, singular, vocative
- γαστρονομία ο καρπός αυτού του θάμνου που χρησιμοποιείται στη μαγειρική, συνήθως ως τουρσί
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.