Meaning of κάπαρη | Babel Free
/ˈka.pa.ɾi/Ορισμοί
- το φυτό Capparis spinosa
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Καπάρης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Καπάρης accusative, genitive, singular, vocative
- γυναικείο επώνυμο
- το μπουμπούκι του φυτού κάπαρη, κν. το καπαρόκουμπο
- τα επεξεργασμένα καπαρόκουμπα σε μορφή τουρσιού
Ισοδύναμα
English
Caper
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.