Meaning of κάμωμα | Babel Free
/ˈka.mo.ma/Ορισμοί
- παράξενη έως και ενοχλητική συμπεριφορά
- νάζι, νάζια
- τσαχπίνικη γυναικεία συμπεριφορά με σκοπό την (ερωτική) έλξη
- παιχνιδιάρικη συμπεριφορά παιδιού, μωρού ή ζώου (ή που μοιάζει με τέτοια)
Παραδείγματα
“※ ενεργούν και πράττουν όπως αυτοί οι νεαροί που κάθονται εκεί κάτω, στην καφετέρια, στην άκρη της προκυμαίας. Φλερτάρουν με τα λόγια και παιδιαρίζουν με καμώματα ερωτικά, αλλά ποτέ, μα ποτέ, δεν προχωρούν. (Γιώργος Μανιώτης, Το άχρηστο βιβλίο, 1998, σελ. 77)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.