Meaning of κάμπτω | Babel Free
/ˈkam.pto/Ορισμοί
-
λυγίζω κάτι μεταβάλλοντας το σχήμα του από ευθύ σε καμπύλο transitive
-
λυγίζω, αντιμετωπίζω αποτελεσματικά, καταβάλλω, νικώ figuratively
Παραδείγματα
“κάμπτω τα γόνατα”
“μετά από προσπάθεια έκαμψε τις αντιστάσεις όσων διαφωνούσαν αρχικά”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.