Conjugation of κάμπτω
ˈkam.ptoλυγίζω κάτι μεταβάλλοντας το σχήμα του από ευθύ σε καμπύλο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κάμπτω |
| εσύ | κάμπτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κάμπτει |
| εμείς | κάμπτουμε |
| εσείς | κάμπτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κάμπτουν |
Παρατατικός
| εγώ | έκαμπτα |
| εσύ | έκαμπτες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έκαμπτε |
| εμείς | κάμπταμε |
| εσείς | κάμπτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έκαμπταν |
Αόριστος
| εγώ | έκαμψα |
| εσύ | έκαμψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έκαμψε |
| εμείς | κάμψαμε |
| εσείς | κάμψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έκαμψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κάμψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κάμψω |
| εσύ | κάμψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κάμψει |
| εμείς | κάμψουμε |
| εσείς | κάμψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κάμψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κάμπτε |
| εσείς | κάμπτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κάμψε |
| εσείς | κάμψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κάμψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κάμπτομαι |
| εσύ | κάμπτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κάμπτεται |
| εμείς | καμπτόμαστε |
| εσείς | κάμπτεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κάμπτονται |
Παρατατικός
| εγώ | καμπτόμουν |
| εσύ | καμπτόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | καμπτόταν |
| εμείς | καμπτόμασταν |
| εσείς | καμπτόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κάμπτονταν |
Αόριστος
| εγώ | κάμφθηκα |
| εσύ | κάμφθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κάμφθηκε |
| εμείς | καμφθήκαμε |
| εσείς | καμφθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κάμφθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καμφθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καμφθώ |
| εσύ | καμφθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καμφθεί |
| εμείς | καμφθούμε |
| εσείς | καμφθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καμφθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κάμπτεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κάμψου |
| εσείς | καμφθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καμφθεί |