HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κάμπτω — definition

Conjugation of κάμπτω

Regular CEFR B1
ˈkam.pto

λυγίζω κάτι μεταβάλλοντας το σχήμα του από ευθύ σε καμπύλο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κάμπτω
εσύ κάμπτεις
αυτός / αυτή / αυτό κάμπτει
εμείς κάμπτουμε
εσείς κάμπτετε
αυτοί / αυτές / αυτά κάμπτουν
Παρατατικός
εγώ έκαμπτα
εσύ έκαμπτες
αυτός / αυτή / αυτό έκαμπτε
εμείς κάμπταμε
εσείς κάμπτατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκαμπταν
Αόριστος
εγώ έκαμψα
εσύ έκαμψες
αυτός / αυτή / αυτό έκαμψε
εμείς κάμψαμε
εσείς κάμψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκαμψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κάμψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κάμψω
εσύ κάμψεις
αυτός / αυτή / αυτό κάμψει
εμείς κάμψουμε
εσείς κάμψετε
αυτοί / αυτές / αυτά κάμψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κάμπτε
εσείς κάμπτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κάμψε
εσείς κάμψτε
Απαρέμφατο αορίστου
κάμψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κάμπτομαι
εσύ κάμπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κάμπτεται
εμείς καμπτόμαστε
εσείς κάμπτεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κάμπτονται
Παρατατικός
εγώ καμπτόμουν
εσύ καμπτόσουν
αυτός / αυτή / αυτό καμπτόταν
εμείς καμπτόμασταν
εσείς καμπτόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κάμπτονταν
Αόριστος
εγώ κάμφθηκα
εσύ κάμφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κάμφθηκε
εμείς καμφθήκαμε
εσείς καμφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κάμφθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καμφθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καμφθώ
εσύ καμφθείς
αυτός / αυτή / αυτό καμφθεί
εμείς καμφθούμε
εσείς καμφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καμφθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κάμπτεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κάμψου
εσείς καμφθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
καμφθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary