Meaning of κάμπιγκ | Babel Free
/ˈkam.piŋ(ɡ)/Ορισμοί
- ειδικός χώρος με διάφορες εγκαταστάσεις (τουαλέτες κ.λπ.), όπου μπορεί κάποιος να στήσει μια σκηνή και να κατασκηνώσει ή να παρκάρει το τροχόσπιτο
- τρόπος διακοπών ή διαβίωσης σε σκηνή ή τροχόσπιτο
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.