κάλπη
Ορισμοί
- κουτί με μια χαραμάδα στο πάνω μέρος του, μέσα στο οποίο ρίχνονται ψηφοδέλτια
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κάλπης accusative, genitive, singular, vocative
- γυναικείο επώνυμο
-
το εκλογικό τμήμα στο οποίο βρίσκεται το παραπάνω κουτί figuratively
-
η διαδικασία των εκλογών και το εκλογικό αποτέλεσμα figuratively
- αγγείο με στρογγυλό σώμα, τρεις λαβές και συνεχή καμπύλη από τα χείλη, το οποίο χρησιμοποιούνταν ως τεφροδόχος
- ιστορία, αθλητισμός στην αρχαία Ελλάδα) ιππικό άθλημα στους αρχαίους Ολυμπιακούς αγώνες
Ισοδύναμα
31 more languages
Gaeilgestáisiún vótála
Galegocolexio electoral
Íslenskakjörstaður
Lietuviųbalsadėžė
Македонскибиралиште
Nederlandsstembus
Polskiankietaankietowaćankietowyankietyzowaćgłosowanielokal wyborczysondażsondażowysondowaćurnazankietować
Kiswahilikituo cha kupigia kura
Tagalogurna
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free