HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δημοσκόπηση | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ði.moˈsko.pi.si/

Ορισμοί

Η διαπίστωση της γνώμης μιας ομάδας ανθρώπων για κάποιο θέμα, η οποία γίνεται από την υποβολή ερωτήσεων σε ένα δείγμα του σχετικού πληθυσμού, την καταγραφή των απαντήσεων, και τον έλεγχό τους με στατιστικές μεθόδους

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Προεκλογικά, γίνονται πολλές δημοσκοπήσεις.”

Before elections, many polls are conducted.

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δημοσκόπηση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course