Meaning of ισόγειο | Babel Free
/iˈsoʝio/Ορισμοί
το οριζόντιο τμήμα (όροφος) ενός κτηρίου που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με το έδαφος
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Ο ταχυδρόμος άφησε το πακέτο στο ισόγειο.”
The postman left the package at the ground floor.
“※ Η Ελένη γλιστράει δίπλα στη φιλενάδα της και της δείχνει την πόρτα. Είναι η κατάλληλη στιγμή για το μικρό τους σκασιαρχείο. Κατεβαίνουν τρέχοντας τα σκαλάκια, φτάνουν στο ισόγειο κι από 'κει στο προαύλιο της στρογγυλής πλατειούλας. (Αλέξης Πανσέληνος, Σκοτεινές επιγραφές, εκδ. Μεταίχμιο, 2011)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.