HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του Ινουίτ | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR B1

Ορισμοί

  1. εθνωνύμιο των ιθαγενών πληθυσμών της Αμερικής που ζουν στην Αρκτική και την υποαρκτική περιοχή της Βόρειας Αμερικής και της Ρωσίας, αναφερόμενοι και ως Εσκιμώοι. Στον Καναδά, η ονομασία Ινουίτ είναι επιθυμητή, ενώ η ονομασία Εσκιμώοι θεωρείται μη πολιτικά ορθή και δεν είναι επιθυμητή η χρήση της.
  2. μέλος των ομώνυμων πληθυσμών

Ισοδύναμα

Čeština Inuit
Dansk inuitisk
Deutsch Inuk
English Inuit Inuit
Suomi inuitti
Français inuit inuit Inuits
Latina escimaicus
Nederlands Inuktitut
Polski inuicki inuicki Inuita Inuitka
Português inuíte inuítes
Українська інуїт
中文 因紐特人

Παραδείγματα

“※ Οι Εσκιμώοι (εκ του εσκιμαητζίκ=τρέφομαι δι'ωμού κρέατος) ή και Ινουίτ (άνθρωποι), όπως αυτοαποκαλούνται, αποτελούν ιδίαν κατά το πλείστον ανθρωπολογικήν φυλήν (Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, λήμμα «ΦΥΛΑΙ (ανθρώπιναι)», τόμος 24, εκδ. οργανισμός «Ο Φοίνιξ», 1956, σελ. 248)”
“※ «Οι Ινουίτ είναι οι πρώην Εσκιμώοι που δεν λέγονται πια Εσκιμώοι αλλά Ινουίτ» λέει. «Γιατί;» τη ρωτάει ένας στρογγυλοπρόσωπος Μεξικανός με καρό πουκάμισο... «Σύμφωνα με μια ετυμολογική θεωρία, «Εσκιμώος» θα πει «αυτός που δένει τα παγοπέδιλα» και σύμφωνα με μια άλλην θα πει «άνθρωπος που τρώει ωμό κρέας». Όμως «Ινούκ» - ο ενικός του Ινουίτ - θα πει σκέτα «άνθρωπος», που είναι, όπως και να το κάνουμε, πιο ωραία λέξη. Δεν συμφωνείτε;» (Ιωάννα Ντούμπρου, Αρκτικός, εκδ. Πατάκης, 2024)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη Ινουίτ σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free