Meaning of ιβίσκος | Babel Free
/iˈvi.skos/Ορισμοί
αγγειόσπερμο δικότυλο καλλωπιστικό φυτό του γένους Althaea officinalis που ανήκει στην τάξη Μαλαχώδη και στην οικογένεια Μαλαχοειδή
Ισοδύναμα
English
Hibiscus
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.