Σημασία του θολώνω | Babel Free
θoˈlo.noΟρισμοί
-
κάνω κάτι θολό, μειώνω την ευκρίνεια της εικόνας του transitive
-
γίνομαι θολός, η εικόνα μου δεν έχει ικανοποιητική ευκρίνεια intransitive
-
κάνω ένα διάλυμα να χάσει τη διαύγειά του transitive
-
χάνω τη διαύγειά μου εξαιτίας προσμείξεων intransitive
-
στερώ την πνευματική διαύγεια figuratively, transitive
-
χάνω την πνευματική μου διαύγεια από κούραση ή έντονα συναισθήματα figuratively, intransitive
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“η εικόνα στην τηλεόραση θολώνει, η συσκευή χρειάζεται μάλλον επισκευή”
“αυτό το περιστατικό μου θόλωσε το μυαλό”
“θόλωσε το μυαλό μου από το θυμό και δεν ήξερα τι έκανα”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free