Meaning of θεραπεύω | Babel Free
/θe.ɾaˈpe.vo/Ορισμοί
- δίνω σε ασθενή μια θεραπεία και αποκαθιστώ την καλή του υγεία (λέγεται επίσης για το μέλος ή το όργανο που νοσεί καθώς και για την ίδια τη νόσο)
-
υπηρετώ (μια επιστήμη ή τέχνη) archaic
Παραδείγματα
“※ Ἡ τῶν φύλλων πάρωρος κατάπτωσις προέρχεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὴν μεγάλην καὶ διαρκή ξηρασίαν, καὶ θεραπεύεται διὰ τῶν ποτισμάτων. (Σπυρίδων Α. Χωματιανός, Γεωπονικά: κηπουρική, αμπελουργία και καλλιέργεια ελαίας, 1848, σελ. 149)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.