HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← θεραπεύω — definition

Conjugation of θεραπεύω

Regular CEFR C2
θe.ɾaˈpe.vo

δίνω σε ασθενή μια θεραπεία και αποκαθιστώ την καλή του υγεία (λέγεται επίσης για το μέλος ή το όργανο που νοσεί καθώς και για την ίδια τη νόσο) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θεραπεύω
εσύ θεραπεύεις
αυτός / αυτή / αυτό θεραπεύει
εμείς θεραπεύουμε
εσείς θεραπεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά θεραπεύουν
Παρατατικός
εγώ θεράπευα
εσύ θεράπευες
αυτός / αυτή / αυτό θεράπευε
εμείς θεραπεύαμε
εσείς θεραπεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά θεράπευαν
Αόριστος
εγώ θεράπευσα
εσύ θεράπευσες
αυτός / αυτή / αυτό θεράπευσε
εμείς θεραπεύσαμε
εσείς θεραπεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά θεράπευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θεραπεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θεραπεύσω
εσύ θεραπεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό θεραπεύσει
εμείς θεραπεύσουμε
εσείς θεραπεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά θεραπεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ θεράπευε
εσείς θεραπεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θεράπευσε
εσείς θεραπεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
θεραπεύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θεραπεύομαι
εσύ θεραπεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό θεραπεύεται
εμείς θεραπευόμαστε
εσείς θεραπεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά θεραπεύονται
Παρατατικός
εγώ θεραπευόμουν
εσύ θεραπευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό θεραπευόταν
εμείς θεραπευόμασταν
εσείς θεραπευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά θεραπεύονταν
Αόριστος
εγώ θεραπεύτηκα
εσύ θεραπεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό θεραπεύτηκε
εμείς θεραπευτήκαμε
εσείς θεραπευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά θεραπεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θεραπευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θεραπευτώ
εσύ θεραπευτείς
αυτός / αυτή / αυτό θεραπευτεί
εμείς θεραπευτούμε
εσείς θεραπευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά θεραπευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς θεραπεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θεραπεύσου
εσείς θεραπευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
θεραπευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary