Conjugation of θεραπεύω
θe.ɾaˈpe.voδίνω σε ασθενή μια θεραπεία και αποκαθιστώ την καλή του υγεία (λέγεται επίσης για το μέλος ή το όργανο που νοσεί καθώς και για την ίδια τη νόσο) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | θεραπεύω |
| εσύ | θεραπεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεραπεύει |
| εμείς | θεραπεύουμε |
| εσείς | θεραπεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεραπεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | θεράπευα |
| εσύ | θεράπευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεράπευε |
| εμείς | θεραπεύαμε |
| εσείς | θεραπεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεράπευαν |
Αόριστος
| εγώ | θεράπευσα |
| εσύ | θεράπευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεράπευσε |
| εμείς | θεραπεύσαμε |
| εσείς | θεραπεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεράπευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα θεραπεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | θεραπεύσω |
| εσύ | θεραπεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεραπεύσει |
| εμείς | θεραπεύσουμε |
| εσείς | θεραπεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεραπεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | θεράπευε |
| εσείς | θεραπεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | θεράπευσε |
| εσείς | θεραπεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | θεραπεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | θεραπεύομαι |
| εσύ | θεραπεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεραπεύεται |
| εμείς | θεραπευόμαστε |
| εσείς | θεραπεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεραπεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | θεραπευόμουν |
| εσύ | θεραπευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεραπευόταν |
| εμείς | θεραπευόμασταν |
| εσείς | θεραπευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεραπεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | θεραπεύτηκα |
| εσύ | θεραπεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεραπεύτηκε |
| εμείς | θεραπευτήκαμε |
| εσείς | θεραπευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεραπεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα θεραπευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | θεραπευτώ |
| εσύ | θεραπευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεραπευτεί |
| εμείς | θεραπευτούμε |
| εσείς | θεραπευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεραπευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | θεραπεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | θεραπεύσου |
| εσείς | θεραπευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | θεραπευτεί |