Meaning of ζαρώνω | Babel Free
Ορισμοί
-
κάνω ζάρες intransitive
-
δημιουργώ ζάρες transitive
- μαζεύομαι, κουλουριάζομαι
- ρυτιδιάζω αφυδατωμένος (ή αφυγραμένοςhttp://www.lexigram.gr/lex/gren/υγραμένος#Hist0)
- παύει η στύση του πέους μου, μου πέφτει, ξεκαυλώνω ή απλά κρυώνει το μόριό μου
Παραδείγματα
“το πρόσωπό της ζάρωσε με τα χρόνια”
“μη μου ζαρώνεις τα μούτρα σου! (μη μορφάζεις)”
“είχε ζαρώσει σε μια γωνιά κι έτρεμε ακόμα από το φόβο της”
“τα πορτοκάλια ζάρωσαν τόσες μέρες αφάγωτα”
“ζάρωσα μόλις μου είπε ότι δεν είχε ξυριστεί”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.