Meaning of εφήμερος | Babel Free
/eˈfi.me.ros/Ορισμοί
- που διαρκεί πολύ μικρό χρονικό διάστημα
- που διαρκεί ή ζει μόνο μια μέρα
-
πρόσκαιρος, παροδικός, προσωρινός figuratively
Παραδείγματα
“※ Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία. (Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.