ευφυολογία
Ορισμοί
- ευφυολόγημα σκωπτικό, πνευματώδες ή γλαφυρό
- βαθιά στοχαστική ρητορία ή εντυπωσιακή διατύπωση
- (Intelligence studies) τομέας επιστήμης που μελετά τον ορισμό, τα συστατικά, τις καταβολές και τις αλληλοσυσχετίσεις-συνδιακυμάνσεις (βλ. covariance) της γενικής ευφυΐας (και των μερών της) με άλλους παράγοντες όπως α. τα γονίδια, β. το κοινό περιβάλλον με άλλα άτομα, γ. το προσωπικό περιβάλλον που διαμορφώνει το άτομο κ.α.
Ισοδύναμα
25 more languages
Esperantoepigramo
Gaeilgeburdún
Galegoocorrencia
Magyarepigramma
Bahasa Indonesiabon mot
日本語警句
Kurdîepîgram
ਪੰਜਾਬੀਬੋਧ ਵਿਗਿਆਨ
Portuguêsciência cognitiva
ไทยคำคม
Türkçebilişsel bilim
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free