Meaning of ερωτικός | Babel Free
/e.ɾo.tiˈkos/Ορισμοί
- σχετικός με τον έρωτα
- που εκφράζει πόθο και το συναίσθημα του έρωτα
- που εμπνέει συναισθήματα παρόμοια με του έρωτα
Παραδείγματα
“ερωτική επιθυμία”
“※ Η ασθματική απόλαυση της ερωτικής νιότης προ της επελάσεως του γήρατος ή του θανάτου αποτελεί κοινότατο τόπο στην κλασική ερωτογραφία, συχνά με τις ευλογίες μιας εξαπλουστευμένης επικούρειας φιλοσοφίας (Οβίδιος, Η τέχνη και τα αντίδοτα του Έρωτα, μετάφραση Θοδωρής Παπαγγελής, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)”
“ερωτικό άγγιγμα”
“πολλοί περιγράφουν τη Θεσσαλονίκη ως ερωτική πόλη”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.