HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγαπησιάρης | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/a.ɣa.piˈsça.ɾis/

Ορισμοί

  1. ο επιρρεπής στον έρωτα, αισθηματίας, ερωτύλος, ερωτιάρης
  2. αυτός που αγαπιέται εύκολα

Παραδείγματα

“※ Με ένα τσιγάρο συνέχεια στο χέρι και το στομάχι ανακατεμένο από τα ποτά ο Φαμπιό είναι άνδρας extra large. Εχει δε δύο χαρακτηριστικά που πάνε μαζί: είναι καλοφαγάς και αγαπησιάρης. Στα 50 του έχει ερωτευτεί πολλές γυναίκες και έχει γνωρίσει ακόμη περισσότερες.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγαπησιάρης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course