Meaning of αγαπησιάρης | Babel Free
/a.ɣa.piˈsça.ɾis/Ορισμοί
- ο επιρρεπής στον έρωτα, αισθηματίας, ερωτύλος, ερωτιάρης
- αυτός που αγαπιέται εύκολα
Παραδείγματα
“※ Με ένα τσιγάρο συνέχεια στο χέρι και το στομάχι ανακατεμένο από τα ποτά ο Φαμπιό είναι άνδρας extra large. Εχει δε δύο χαρακτηριστικά που πάνε μαζί: είναι καλοφαγάς και αγαπησιάρης. Στα 50 του έχει ερωτευτεί πολλές γυναίκες και έχει γνωρίσει ακόμη περισσότερες.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.