επιβίβαση
Ορισμοί
η είσοδος ενός επιβάτη σε ένα μέσο μεταφοράς (αεροπλάνο, τρένο, λεωφορείο, κ.α.)
Ισοδύναμα
22 more languages
Българскиабордаж
Češtinanástup
DeutschEinschiffung
Ελληνικάανέβασμα
Galegoembarcación
Bahasa Indonesiaembarkasi
Latinacōnscēnsiō
Παραδείγματα
“κάρτα επιβίβασης”
boarding card
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free