HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

εναέριος

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
enaˈeɾios

Ορισμοί

  1. αυτός που βρίσκεται ή διασχίζει τον αέρα
  2. εναέριος' χώρος: το τμήμα της ατμόσφαιρας που ελέγχεται από ένα κράτος στρατιωτικά και όσον αφορά την ασφάλεια των πτήσεων

Ισοδύναμα

32 more languages

Παραδείγματα

“εθνικός εναέριος χώρος”

national airspace

“εναέρια κυκλοφορία”

air traffic

“εναέριος σιδηρόδρομος”
“Η πτήση των αεροσκαφών στον εναέριο χώρο ελέγχεται από υπηρεσίες εναέριας κυκλοφορίας.”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη εναέριος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free