Meaning of εμψυχωτής | Babel Free
/em.psi.xoˈtis/Ορισμοί
- αυτός που εμψυχώνει, που δίνει θάρρος
-
επαγγελματίας που εμψυχώνει και ευαισθητοποιεί ανθρώπους ή ομάδες ώστε να πετύχουν ένα στόχο που έχουν βάλει. Ιδιαίτερα σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. neologism
-
οργανώνει δραστηριότητες σε πάρτι / κοινωνικές εκδηλώσεις, ιδιαίτερα για παιδιά neologism
Ισοδύναμα
English
Animator
Παραδείγματα
“→ χρειάζεται παράθεμα”
“※ Στις Hνωμένες Πολιτείες εργάζομαι ως σεναριογράφος / εμψυχωτής εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων σε παιδικό μουσείο (Σοφία Μαντουβάλου, Το φάντασμα του μαυροπίνακα, εκδ. Πατάκη, 2016 https://books.google.gr/books?id=2BYDDAAAQBAJ&lpg=PT127&dq=%CE%B5%CE%BC%CF%88%CF%85%CF%87%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%82&pg=PT127#v=onepage&q=%CE%B5%CE%BC%CF%88%CF%85%CF%87%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%82&f=false)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.