Meaning of εμφυτεύω | Babel Free
Ορισμοί
- (οδοντιατρική) τοποθετώ οδοντικά εμφυτεύματα
- (κοσμητική ιατρική) τοποθετώ πρόσθετα μαλλιά όταν υπάρχει αλωπεκία
- (γενετική ιατρική) τοποθετώ ωάριο στη μήτρα, κατά την τεχνητή γονιμοποίηση
Ισοδύναμα
English
Implant
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.