εμφύτευμα
Ορισμοί
τεχνητό ή φυσικό υλικό το οποίο προορίζεται ή έχει ήδη τοποθετηθεί σε ένζωο οργανισμό, με χειρουργική επέμβαση
Ισοδύναμα
18 more languages
Danskimplantat
Ελληνικάεμφυτεύω
Italianoinfiggere
ქართულიიმპლანტატი
Kurdîhincar
Nederlandsimplantaat
Svenskaimplantat
Türkçeimplant
Українськаімплантат
Παραδείγματα
“※ Συγκριτική μελέτη της σύνδεσης αυτογενούς οστικού μοσχεύματος με διαφορετικής επεξεργασίας εμφυτεύματα. Ιστολογική μελέτη (Αλέξανδρος Βέης, Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, 2002 https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/14773)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free