Meaning of εμφύτευμα | Babel Free
Ορισμοί
τεχνητό ή φυσικό υλικό το οποίο προορίζεται ή έχει ήδη τοποθετηθεί σε ένζωο οργανισμό, με χειρουργική επέμβαση
Ισοδύναμα
English
Implant
Παραδείγματα
“※ Συγκριτική μελέτη της σύνδεσης αυτογενούς οστικού μοσχεύματος με διαφορετικής επεξεργασίας εμφυτεύματα. Ιστολογική μελέτη (Αλέξανδρος Βέης, Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, 2002 https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/14773)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.