HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του εμβόλιο | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR C1 Standard
eɱˈvo.li.o

Ορισμοί

  1. ουσία που χορηγείται (συνήθως με ένεση) στον οργανισμό και συμβάλλει στην παραγωγή αντισωμάτων απ’ τον ίδιο τον οργανισμό, ώστε να αποκτήσει ανοσία, έναντι συγκεκριμένων παθογόνων μικροοργανισμών
  2. μπόλι

Ισοδύναμα

Čeština vakcína
Ελληνικά δαμαλίδα
Español vacuna vacuna vacuna
Français vaccin vaccinal vaccine vaccine
Nederlands entstof vaccin vaccine
Polski szczepionka
Português vacina
Русский вакцина
Türkçe aşı aşı
Tiếng Việt vắc-xin
中文 疫苗
ZH-TW 疫苗

Παραδείγματα

“Βεβαίως υπάρχει ανάγκη να δημιουργηθεί και το εμβόλιο σε περίπτωση πανδημίας όταν παρουσιασθεί ο ιός.”

Of course, the vaccine also needs to be created in the event of a pandemic once the virus appears.

“Το διπλό εμβόλιο διφθερίτιδας και τετάνου περιέχει ανατοξίνες διφθερίτιδας και τετάνου και χορηγείται ενδομυϊκά.”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη εμβόλιο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free