Meaning of εμβόλιο | Babel Free
/eɱˈvo.li.o/Ορισμοί
- ουσία που χορηγείται (συνήθως με ένεση) στον οργανισμό και συμβάλλει στην παραγωγή αντισωμάτων απ’ τον ίδιο τον οργανισμό, ώστε να αποκτήσει ανοσία, έναντι συγκεκριμένων παθογόνων μικροοργανισμών
- μπόλι
Ισοδύναμα
English
vaccine
Παραδείγματα
“Βεβαίως υπάρχει ανάγκη να δημιουργηθεί και το εμβόλιο σε περίπτωση πανδημίας όταν παρουσιασθεί ο ιός.”
Of course, the vaccine also needs to be created in the event of a pandemic once the virus appears.
“Το διπλό εμβόλιο διφθερίτιδας και τετάνου περιέχει ανατοξίνες διφθερίτιδας και τετάνου και χορηγείται ενδομυϊκά.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.