Meaning of εκμίσθωση | Babel Free
/ekˈmis.θo.si/Ορισμοί
- η προσωρινή και έναντι συμφωνημένου τιμήματος εκχώρηση της χρήσης ενός πράγματος (διαμερίσματος, χωραφιού κ.λπ.) σε κάποιον άλλον.
- εκμίσθωση φόρων: η παραχώρηση του δικαιώματος, από την κεντρική κυβέρνηση, σε έναν ιδιώτη να παραλαμβάνει ο ίδιος τους φόρους από τους πολίτες.
Ισοδύναμα
English
Lease
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.