Meaning of δόλος | Babel Free
/ˈðo.los/Ορισμοί
τρόπος ή μέσο εξαπάτησης ή παραπλάνησης κάποιου
Παραδείγματα
“εξυφαίνω δόλο εναντίον κάποιου”
“※ Τὸν κόσμ' ὁ δόλος διοικεῖ κ' ἡ ἄδικ' εἰμαρμένη. Τα πλούτη έχουν οι κακοί, κι εδώ στους βράχους κατοικεί η αρετή κρυμμένη. (Ο Κλέφτης)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.