Meaning of δροσιά | Babel Free
/ðroˈsça/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Δροσιάς
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Δροσιάς
- ελαφρά ψυχρός και ευχάριστος αέρας ή καιρός
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- οι σταγόνες που συγκεντρώνονται το πρωί στα φυτά και στο έδαφος
-
το μέρος που έχει δροσιά (1) figuratively
-
η φρεσκάδα, η νεανικότητα figuratively
Παραδείγματα
“Κάνει δροσιά, βάλε μια ζακέτα!”
“η πρωινή δροσιά”
“※ Αυτό το πήδημα έξω από την αρλουμπολογία, τον θεατρινισμό και τη θεατρικότητα των μέχρι τώρα κωμωδιών, με τη σβελτωσύνη ενός Χάρρυ Κλυν , με τη φινέτσα και τη δροσιά μιας σπιρτόζας μικρής σουμπρέττας, όπως είναι η Ματίνα Καρρά και μιας θελκτικής νεαρής πρωταγωνίστριας σαν την Έρρικα Μπρόγιερ και με την ευρηματικότητα και την κινηματογραφική αντίληψη του σκηνοθέτη Γρηγόρη Γρηγορίου, είναι από τα πιο ελπιδοφόρα. (Γιάννης Σολδάτος, Ιστορία του Ελληνικού κινηματογράφου: Η ελληνική κινηματογραφική κωμωδία, εκδ. Αιγόκερως, 1989, σελ. 176)”
“※ Του είχε ξυπνήσει τη νοσταλγία για την εποχή που πήγαιναν οικογενειακώς στη Δροσιά για πεϊνιρλί, μαζί με τον θείο Δημήτρη, τη θεία Κατερίνα και τις ξαδέλφες του, τη Σόνια και την Τατιάνα. Πως μοσχοβολούσε το λιωμένο βούτυρο! (Χίλντα Παπαδημητρίου, Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς, εκδ. Μεταίχμιο, 2013)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.