HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του διγλωσσία | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2
ði.ɣloˈsi.a

Ορισμοί

  1. η συστηματική και λειτουργική χρήση δύο διαφορετικών γλωσσών από το ίδιο άτομο ή την ίδια κοινότητα στην καθημερινή επικοινωνία
  2. η επίσημη γλωσσική κατάσταση κράτους στο οποίο δύο γλώσσες έχουν ισότιμο ή θεσμικά κατοχυρωμένο δημόσιο ρόλο
  3. η παράλληλη χρήση δύο λειτουργικά διαφοροποιημένων μορφών της ίδιας γλώσσας —η καθεμιά συνδεδεμένη με διαφορετικά κοινωνικά ή επικοινωνιακά συμφραζόμενα
  4. η σκόπιμη υιοθέτηση και προβολή αντικρουόμενων θέσεων από το ίδιο πρόσωπο ή φορέα, ανάλογα με το εκάστοτε συμφέρον
    figuratively

Ισοδύναμα

Български двуличен изма́ма
Català bilingüisme
Čeština bilingvismus
Dansk falskhed
Magyar diglosszia
Íslenska tvöfeldni
한국어 양층언어
Кыргызча экитилдүүлүк
Lietuvių dvikalbỹstė
Македонски двојазичност
Nederlands tweetaligheid
Português bilinguismo diglossia
Română bilingvism
Shqip dygjuhësi
Türkçe iki dillilik
Українська двомовність
中文 雙語
繁體中文 雙語

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη διγλωσσία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free