διγλωσσία
Ορισμοί
- η συστηματική και λειτουργική χρήση δύο διαφορετικών γλωσσών από το ίδιο άτομο ή την ίδια κοινότητα στην καθημερινή επικοινωνία
- η επίσημη γλωσσική κατάσταση κράτους στο οποίο δύο γλώσσες έχουν ισότιμο ή θεσμικά κατοχυρωμένο δημόσιο ρόλο
- η παράλληλη χρήση δύο λειτουργικά διαφοροποιημένων μορφών της ίδιας γλώσσας —η καθεμιά συνδεδεμένη με διαφορετικά κοινωνικά ή επικοινωνιακά συμφραζόμενα
-
η σκόπιμη υιοθέτηση και προβολή αντικρουόμενων θέσεων από το ίδιο πρόσωπο ή φορέα, ανάλογα με το εκάστοτε συμφέρον figuratively
Ισοδύναμα
31 more languages
Catalàbilingüisme
Češtinabilingvismus
Danskfalskhed
Magyardiglosszia
Íslenskatvöfeldni
한국어양층언어
Кыргызчаэкитилдүүлүк
Lietuviųdvikalbỹstė
Македонскидвојазичност
Nederlandstweetaligheid
Românăbilingvism
Русскийбилингвизмдвойная бухгалтериядвуличиедвули́чностьдвуличныйдвуру́шничестводвуязычностьдиглоссия
Shqipdygjuhësi
Türkçeiki dillilik
Українськадвомовність
中文雙語
繁體中文雙語
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free