HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

διγλωσσία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2
ði.ɣloˈsi.a

Ορισμοί

  1. η συστηματική και λειτουργική χρήση δύο διαφορετικών γλωσσών από το ίδιο άτομο ή την ίδια κοινότητα στην καθημερινή επικοινωνία
  2. η επίσημη γλωσσική κατάσταση κράτους στο οποίο δύο γλώσσες έχουν ισότιμο ή θεσμικά κατοχυρωμένο δημόσιο ρόλο
  3. η παράλληλη χρήση δύο λειτουργικά διαφοροποιημένων μορφών της ίδιας γλώσσας —η καθεμιά συνδεδεμένη με διαφορετικά κοινωνικά ή επικοινωνιακά συμφραζόμενα
  4. η σκόπιμη υιοθέτηση και προβολή αντικρουόμενων θέσεων από το ίδιο πρόσωπο ή φορέα, ανάλογα με το εκάστοτε συμφέρον
    figuratively

Ισοδύναμα

31 more languages

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη διγλωσσία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free