Meaning of διγλωσσία | Babel Free
/ði.ɣloˈsi.a/Ορισμοί
- η συστηματική και λειτουργική χρήση δύο διαφορετικών γλωσσών από το ίδιο άτομο ή την ίδια κοινότητα στην καθημερινή επικοινωνία
- η επίσημη γλωσσική κατάσταση κράτους στο οποίο δύο γλώσσες έχουν ισότιμο ή θεσμικά κατοχυρωμένο δημόσιο ρόλο
- η παράλληλη χρήση δύο λειτουργικά διαφοροποιημένων μορφών της ίδιας γλώσσας —η καθεμιά συνδεδεμένη με διαφορετικά κοινωνικά ή επικοινωνιακά συμφραζόμενα
-
η σκόπιμη υιοθέτηση και προβολή αντικρουόμενων θέσεων από το ίδιο πρόσωπο ή φορέα, ανάλογα με το εκάστοτε συμφέρον figuratively
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.