Σημασία του διγλωσσία | Babel Free
ði.ɣloˈsi.aΟρισμοί
- η συστηματική και λειτουργική χρήση δύο διαφορετικών γλωσσών από το ίδιο άτομο ή την ίδια κοινότητα στην καθημερινή επικοινωνία
- η επίσημη γλωσσική κατάσταση κράτους στο οποίο δύο γλώσσες έχουν ισότιμο ή θεσμικά κατοχυρωμένο δημόσιο ρόλο
- η παράλληλη χρήση δύο λειτουργικά διαφοροποιημένων μορφών της ίδιας γλώσσας —η καθεμιά συνδεδεμένη με διαφορετικά κοινωνικά ή επικοινωνιακά συμφραζόμενα
-
η σκόπιμη υιοθέτηση και προβολή αντικρουόμενων θέσεων από το ίδιο πρόσωπο ή φορέα, ανάλογα με το εκάστοτε συμφέρον figuratively
Ισοδύναμα
Català
bilingüisme
Čeština
bilingvismus
Dansk
falskhed
Magyar
diglosszia
Íslenska
tvöfeldni
한국어
양층언어
Кыргызча
экитилдүүлүк
Lietuvių
dvikalbỹstė
Македонски
двојазичност
Nederlands
tweetaligheid
Română
bilingvism
Русский
билингвизм
двойная бухгалтерия
двуличие
двули́чность
двуличный
двуру́шничество
двуязычность
диглоссия
Shqip
dygjuhësi
Türkçe
iki dillilik
Українська
двомовність
中文
雙語
繁體中文
雙語
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free