διάσπαση
Ορισμοί
- ο χωρισμός (ενός όλου) σε μερικά κομμάτια
- η διάλυση ενός σύνθετου μορίου και η εμφάνιση απλούστερων
Ισοδύναμα
28 more languages
Catalàdescomposició
Češtinaštěpení
Galegodescomposición
Íslenskaskipting
한국어분열
Русскийгниениедекомпози́цияделениеразбиениеразложениераспа́драсчленениерасщеплениерасщепля́тьрасщепля́тьсярозще́плення
Svenskanedbrytning
Tagalogagnas
Παραδείγματα
“η αποχώρηση του βουλευτή απ' το κόμμα μαζί με τους υποστηρικτές του ήταν αναμενόμενη εδώ και καιρό, καθώς και η συνακόλουθη διάσπαση του κόμματος”
“η διάσπαση του μορίου του νερού σε υδρογόνο και οξυγόνο επιτυγχάνεται με ηλεκτρόλυση”
“η διάσπαση του ατόμου: η διαίρεση ενός πυρήνα σε περισσότερους με μικρότερο ατομικό βάρος (διαδικασία που συνοδεύεται από τεράστια έκλυση ενέργειας)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free