Meaning of δαμάλα | Babel Free
/ða.maˈla/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- η αγελάδα νεαρής ηλικίας που δεν έχει γεννήσει ακόμα
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Δαμαλάς
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Δαμαλάς
Παραδείγματα
“(αναλυτικότερα) νεαρή αγελάδα, από οκτώ μηνών έως τριών ετών, που δεν έχει γεννήσει ακόμη”
“Το νταβραμπά! Ήρθε να μας βάλει στη θεογνωσία. Δεν κοιτάζει τις δικές τους παραλυσίες που δεν αφήνουν μήτε δαμάλα αβάτευτη, μόνο έρχεται να μας ανοίξει τάχα το δρόμο που πάει στον παράδεισο (Γαλάτεια Καζαντζάκη, Οι λεπροί, 1981)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.