HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δάπεδο | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/ˈða.pe.ðo/

Ορισμοί

το έδαφος ενός δωματίου, αυλής, γηπέδου ή άλλου παρόμοιου χώρου που το έχουν ισιώσει και στρώσει με κάποιο υλικό (ξύλο, κονίαμα, πλακάκια, μάρμαρο, ψηφίδες που σχηματίζουν μια παράσταση κλπ)

Ισοδύναμα

English floor

Παραδείγματα

“ψηφιδωτό δάπεδο”
“ακριλικό δάπεδο γηπέδου”
“φωτιστικό δαπέδου”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δάπεδο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course