HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του δάπεδο | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
ˈða.pe.ðo

Ορισμοί

το έδαφος ενός δωματίου, αυλής, γηπέδου ή άλλου παρόμοιου χώρου που το έχουν ισιώσει και στρώσει με κάποιο υλικό (ξύλο, κονίαμα, πλακάκια, μάρμαρο, ψηφίδες που σχηματίζουν μια παράσταση κλπ)

Ισοδύναμα

العربية أرضية
English floor floor Flooring
Español solería
Français plancher plancher sol
Latviešu grīda
Македонски патос под
Монгол шал
Nederlands val
Polski klepka posadzka
Português tablado
Română pardoseală
Српски boden patos патос под под шал
Svenska golvning

Παραδείγματα

“ψηφιδωτό δάπεδο”
“ακριλικό δάπεδο γηπέδου”
“φωτιστικό δαπέδου”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δάπεδο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free