Meaning of δάκρυ | Babel Free
/ˈða.kɾi/Ορισμοί
- σταγόνα υγρού που κυλάει από τους δακρυϊκούς πόρους του ματιού όταν κάποιος δακρύζει ή κλαίει ή λόγω κάποιου ερεθισμού
-
οτιδήποτε έχει το σχήμα σταγόνας broadly
- οι στάλες της ρητίνης διαφόρων δέντρων ή σχίνων
- τεχνητή ουσία αντί δακρύων για να αντιμετωπισθεί η ξηροφθαλμία
Ισοδύναμα
English
Tear
Παραδείγματα
“※ Κι εσφούγγισε το δάκρυ του με την ολόμαυρην άκραν της φουστανέλας του”
“※ Ἐγὼ εἶμαι τἄνθος ποὺ κρυμμένο, τρεμουλιαστό, μὲ δροσοδάκρυα ραντισμένο, καὶ γελαστό”
“→ χρειάζεται παράθεμα”
“Πρέπει να χρησιμοποιήσετε τεχνητά δάκρυα.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.