HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δάκρυ | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/ˈða.kɾi/

Ορισμοί

  1. σταγόνα υγρού που κυλάει από τους δακρυϊκούς πόρους του ματιού όταν κάποιος δακρύζει ή κλαίει ή λόγω κάποιου ερεθισμού
  2. οτιδήποτε έχει το σχήμα σταγόνας
    broadly
  3. οι στάλες της ρητίνης διαφόρων δέντρων ή σχίνων
  4. τεχνητή ουσία αντί δακρύων για να αντιμετωπισθεί η ξηροφθαλμία

Ισοδύναμα

English Tear

Παραδείγματα

“※ Κι εσφούγγισε το δάκρυ του με την ολόμαυρην άκραν της φουστανέλας του”
“※ Ἐγὼ εἶμαι τἄνθος ποὺ κρυμμένο, τρεμουλιαστό, μὲ δροσοδάκρυα ραντισμένο, καὶ γελαστό”
“→ χρειάζεται παράθεμα”
“Πρέπει να χρησιμοποιήσετε τεχνητά δάκρυα.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δάκρυ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course