HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δακρυγόνο

Ουσιαστικό CEFR B2

Ορισμοί

χημική ουσία —συνήθως σε αεροζόλ ή αέριο— που ερεθίζει έντονα τους οφθαλμούς και το αναπνευστικό, προκαλώντας δακρύρροια και παροδική αδυναμία, και χρησιμοποιείται κυρίως για έλεγχο ή διάλυση πλήθους

Ισοδύναμα

32 more languages

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δακρυγόνο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free