HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δακρυγόνο | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

χημική ουσία —συνήθως σε αεροζόλ ή αέριο— που ερεθίζει έντονα τους οφθαλμούς και το αναπνευστικό, προκαλώντας δακρύρροια και παροδική αδυναμία, και χρησιμοποιείται κυρίως για έλεγχο ή διάλυση πλήθους

Ισοδύναμα

English tear gas

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δακρυγόνο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course