Meaning of δακρυγόνο | Babel Free
Ορισμοί
χημική ουσία —συνήθως σε αεροζόλ ή αέριο— που ερεθίζει έντονα τους οφθαλμούς και το αναπνευστικό, προκαλώντας δακρύρροια και παροδική αδυναμία, και χρησιμοποιείται κυρίως για έλεγχο ή διάλυση πλήθους
Ισοδύναμα
English
tear gas
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.