Meaning of γρέζι | Babel Free
Ορισμοί
- ανωμαλία που προέκυψε στην επιφάνεια ενός αντικειμένου κατά την κοπή του, συνήθως μεταλλικού
- μικροσκοπικό θραύσμα από αντικείμενο που κόπηκε
-
τραχύς ήχος (σε φωνή, μουσικό όργανο, χειρισμό χροιάς κτλ) figuratively
Παραδείγματα
“※ Ένα πρωί , πάνω που είχαμε πιάσει δουλειά , ήμουνα στον τόρνο , πετάχτηκε ένα γρέζι και μ ' έκοψε εδώ , στη μύτη . Τίποτα δεν ήτανε , έσταξε μια σταγόνα αίμα . (Αμανιτα μουσκαρια: μυθιστόρημα, Παύλος Μεθενίτης, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, σελ. 162 https://books.google.gr/books?id=eU1iAAAAMAAJ&q=γρέζι&dq=γρέζι&hl=en&sa=X&ved=2ahUKEwjW9tKmyvLqAhVM2KQKHTY9BlsQ6AEwCHoECAgQAg)”
“※ «Ομολόγησε;» ρώτησε με ένα γρέζι στη φωνή (Σώσε με, Δημήτρης Σίμος - 2020 https://books.google.gr/books?id=KeDyDwAAQBAJ&lpg=PT260&dq=γρέζι&pg=PT260#v=onepage&q=γρέζι&f=false)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.