Meaning of γουλί | Babel Free
/ɣuˈli/Ορισμοί
- ο (τρυφερός) βλαστός των λαχανικών ή χορταρικών, ο μίσχος
-
το στομάχι idiomatic
- το μέρος της ρίζας των φυτών που τρώγεται
-
η κοιλότητα όπου εισέρχεται η κεφαλή του οστού idiomatic
- σκελίδα σκόρδου
-
η κοιλότητα στην πέτρα της πόρτας όπου γυρίζει το μάνταλο idiomatic
- αποφλοιωμένος καρπός
-
τμήμα του αρότρου idiomatic
-
λεία στρογγυλή πέτρα, βότσαλο (απ' όπου Γουλί, ονομασία για πολλές παραλίες) idiomatic
- καθετί λείο και γυμνό σαν το κλειστό λάχανο
Ισοδύναμα
English
Rutabaga
Παραδείγματα
“άλλη μορφή: γουλός”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.